Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Η μάνα.


Η μάνα. 
Κοιτούσε τα ματάκια του κλειστά που τα κρατούσε, 
το στήθος της βαστώντας
 στα δυο του χείλη ανάμεσα
μορφάζοντας από ευχαρίστηση.
Το ένα της χέρι το ΄χε φωλιά φτιαγμένο 
να τον κρατά καθώς τον τάιζε.
Με τ’ άλλο άγγιζε τα μικρά του δάχτυλα 
κι ο νους της την έσπρωχνε να του τα πει όλα 
ακόμα κι αν δεν καταλάβαινε αυτά που θ’ άκουγε.

Την έκαιγαν μέσα της καθώς ένοιωθε
τους χαλκάδες ν’ αγκαλιάζουν τα πόδια της.
Την σκλαβιά της να την μαραζώνει 
χωρίς να ΄χει τη φωνή να φωνάξει.
Και πού να τα πει;

Όλοι την γνώριζαν με τα ρούχα
που της είχε φορεμένα ο ιερέας. 
Κι αυτά του τα είχαν δοσμένα άλλοι 
για να την ντύσει. 

Όταν την είχε πρωτοειδεί, 
φορούσε μια πανέμορφη χλαμύδα 
που τόνιζε την παρουσία της 
από μακριά σαν την θωρούσες
ακόμα και σαν μικρή κουκκίδα. 

Την πολιορκούσαν τόσοι τότε 
κι όλοι έτρωγαν τα μούτρα τους.
Γελούσε κι απολάμβανε τη λευτεριά χωρίς βαστάζο.

Ο ιερέας όταν την πλησίασε, 
έδειξε πως ήθελε βοήθεια 
κι η ψυχή της μεγάλη
τον αγκάλιασε σαν αδελφό.
Ούτε που 'βαζε με το μυαλό της 
πως ήταν σταλτός.

Τον τάισε, τον πότισε κι εκείνος
άρχισε να της μίλα για πίστη, 
θέλοντας να της κλέψει την εμπιστοσύνη.
Να ξεχάσει ότι γνώριζε
και να τον κάνει σύντροφο της. 

Αρνήθηκε πεισματικά,
χαμογελώντας όμως από ευγένεια 
όσες φορές κι αν το πρότεινε ο φερτός.

Ο ιερέας κατάλαβε ότι τούτη η περίπτωση 
ήθελε άλλον τρόπο
που ο ίδιος μόνος του δεν θα κατόρθωνε.
Έκανε υπομονή
και τιθάσευσε κάτι άγριους
αλλάζοντας τους την πίστη.
Τους έδειξε το σπίτι
κι έτρεξαν να την βιάσουν,
παίρνοντας τον χιτώνα στο τέλος, 
για να σκουπίσουν τον ιδρώτα τους φεύγοντας. 

Ο ιερέας έφτασε τρέχοντας μετά 
κι υποσχέθηκε προστασία 
με τον όρο να μην μιλά στα παιδιά της ποτέ 
για το πριν και την ντροπή, 
για το κακό που την βρήκε.

Γυμνή έτσι όπως ήταν, 
της πέταξε κάτι σκουτιά για να φορέσει
λέγοντάς της, πως αυτά είναι τα δικά της 
και μ’ αυτά θα ζει από εδώ και πέρα.

Στα βουβά τάιζε τα παιδιά της. 
Στα βουβά τους τραγουδούσε νανουρίσματα. 
Στα βουβά έκλαιγε και πονούσε σαν τ’ αγκάλιαζε.
Στα βουβά περίμενε περνώντας χρόνια.

Στα χρόνια αυτά πολλοί την πούλησαν 
και πολλοί την αγόρασαν χωρίς η ίδια να μίλα 
κι ο ιερέας να γυρνά την ματιά του άλλου,
κάνοντας πως δεν ξέρει. 

Πολλοί την ζήλευαν για την ομορφιά της 
και την μισούσαν
που ήταν δοσμένη μόνο στα παιδιά της.

Μέχρι που κάνανε την σκέψη
να της σκοτώσουν τα παιδιά,
για να την έχουνε δική τους. 

Έτσι τώρα, μιλά φωναχτά στο παιδί της 
και περιμένει το βλαστάρι της να μεγαλώσει,
για να διώξει μακριά τους φερτούς, 
γαμπρούς κι εραστές.
ΧΜπάστας




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου